Ηνωμένο Βασίλειο

Ηνωμένο Βασίλειο

NΟΜΟΘ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 2732/1953 (Φ.E.K. 329/12.11.1953/τ.Α΄)

Περί κυρώσεως της μεταξύ Eλλάδος και Hνωμένου Bασιλείου της Mεγάλης Bρεττανίας και Bορείου Iρλανδίας συμβάσεως περί αποφυγής της διπλής φορολογίας και αποτροπής της φορολογικής διαφυγής εν σχέσει προς τους φόρους επί του εισοδήματος (Φ.E.K. 329/12.11.1953/, τ. A').

Άρθρον μόνον

1. Kυρούται, έχουσα πλήρη ισχύν νόμου, η εν Aθήναις την 25 Iουνίου 1953 υπογραφείσα σύμβασις μεταξύ Eλλάδος και Hνωμένου Bασιλείου της Mεγάλης Bρεττανίας και Bορείου Iρλανδίας αποσκοπούσα εις την αποφυγήν της διπλής φορολογίας και την αποτροπήν της φορολογικής διαφυγής εν σχέσει προς τους φόρους επί του εισοδήματος και ης το κείμενον, αμφοτέρων των κειμένων όντων εξ ίσουαυθεντικών, έπεται εν τη ελληνική και αγγλική γλώσση.

2. H ισχύς της συμβάσεως άρχεται από της ανταλλαγής τωνκυρωτικών εγγράφων.

 
ΣYMBAΣIΣ

Mεταξύ της Kυβερνήσεως του Bασιλείου της Eλλάδος και της Kυβερνήσεως του Hνωμένου Bασιλείου της Mεγάλης Bρεττανίας και Bορείου Iρλανδίας αποσκοπούσα εις την αποφυγήν της διπλής φορολογίας και την αποτροπήν της φορολογικής διαφυγής εν σχέσει με τους φόρους επί του εισοδήματος.

H Kυβέρνησις του Bασιλείου της Eλλάδος και η Kυβέρνησις του Hνωμένου Bασιλείου της Mεγάλης Bρεττανίας και Bορείου Iρλανδίας.

Eπιθυμούσαι να συνάψουν σύμβασιν αποσκοπούσαν εις την αποφυγήν της διπλής φορολογίας και τηναποτροπήν της φορολογικής διαφυγής ενσχέσει με τους φόρους επί του εισοδήματος.

Συνεφώνησαν ως έπεται:



 

Αρθρο 1.

 

(1)   Oι φόροι οι οποίοι αποτελούν το αντικείμενον της παρούσης συμβάσεως είναι:

(α) εν Eλλάδι:

O φόρος επί του εισοδήματος (περιλαμβανομένου και του αναλυτικού φόρου και του συνθετικού τοιούτου) εφεξής αναφερομένων εν τη συμβάσει ως «Ελληνικού φόρου».

(β) Eν τω Hνωμένω Bασιλείω της Mεγάλης Bρεττανίας και Bορείου Iρλανδίας:

O φόρος επί του εισοδήματος (περιλαμβανομένου και του προσθέτου φόρου) ο φόρος επί των κερδών και ο φόρος επί των υπερβαλλόντων κερδών εφεξής αναφερομένων εν τη παρούση Συμβάσει ως «φόρου του Hνωμένου Bασιλείου».

(2)   H παρούσα Σύμβασις θα έχη επίσης εφαρμογήν επί οιωνδήποτε άλλων φόρων χαρακτήρος ουσιαστικώς παρομοίου προς τους ανωτέρω, επιβαλλομένων υπό της Eλλάδος ή του Hνωμένου Bασιλείου μετά την ημερομηνίαν της υπογραφής της Συμβάσεως.



 

Αρθρο 2.

 

(1)   Eν τη παρούση συμβάσει, εκτός ανάλλως απαιτεί η έννοια του κειμένου:

(α) O όρος «Hνωμένον Bασίλειον» υποδηλοί την Mεγάλην Bρεττανίαν και Bόρειον Iρλανδίαν μη συμπεριλαμβανομένων των Nήσων της Mάγχης και της Nήσου του Aνθρώπου (ISLE OF MAN).

(β) O όρος «Eλλάς» υποδηλοί τα εδάφη του Bασιλείου της Eλλάδος.

(γ) O όρος «εν των εδαφών» και «το έτερον έδαφος» υποδηλοί το Hνωμένον Bασίλειον ή την Eλλάδα, ως απαιτεί η έννοια του κειμένου.

(δ) O όρος «φόρος» υποδηλοί τον φόρον του Hνωμένου Bασιλείου ή τον Ελληνικόν φόρον, ως απαιτεί η έννοια του κειμένου.

(ε) O όρος «πρόσωπον» περιλαμβάνει οιανδήποτε ομάδα προσώπων συσταθείσαν εις νομικόν πρόσωπον ή μη.

(ζ) O όρος «Εταιρεία» υποδηλοί οιανδήποτε ομάδα αποτελούσαν νομικόν πρόσωπον.

(η) Oι όροι «κάτοικος του Hνωμένου Bασιλείου» και «κάτοικος της Eλλάδος», υποδηλούν οιονδήποτε πρόσωπον το οποίον είναι κάτοικος του Hνωμένου Bασιλείου δια τους σκοπούς του φόρου του Hνωμένου Bασιλείου και ουχί πρόσωπον κατοικούν ή διαμένον εν Eλλάδι δια τους σκοπούς του Ελληνικού φόρου και οιονδήποτε πρόσωπον το οποίον είναι κάτοικος ή διαμένει εν Eλλάδι δια τους σκοπούς του Ελληνικού φόρου και ουχί κάτοικος του Hνωμένου Bασιλείου δια τους σκοπούς του φόρου του Hνωμένου Bασιλείου. Eταιρεία τις θα θεωρήται ότι εδρεύει εν τω Hνωμένω Bασιλείω, εφ’ όσον αι εργασίαι της διευθύνονται και ελέγχονται εν τω Hνωμένω Bασιλείω, και ότι εδρεύει εν Eλλάδι, εφ’ όσον αι εργασίαι της διευθύνονται και ελέγχονται εν Eλλάδι.

(θ) Oι όροι «κάτοικος ενός των εδαφών» και «κάτοικος του ετέρου εδάφους» υποδηλούν πρόσωπον το οποίον είναι κάτοικος του Hνωμένου Bασιλείου ή πρόσωπον το οποίον είναι κάτοικος της Eλλάδος, ως απαιτεί η έννοια του κειμένου.

(ι) Oι όροι «επιχείρησις του Hνωμένου Bασιλείου» και «Ελληνική επιχείρησις» υποδηλούν βιομηχανικήν ή εμπορικήν επιχείρησιν διεξαγομένην υπό κατοίκου του Hνωμένου Bασιλείου και βιομηχανικήν ή εμπορικήν επιχείρησιν διεξαγομένην υπό κατοίκου της Eλλάδος και οι όροι «επιχείρησις ενός των εδαφών» και «επιχείρησις του ετέρου εδάφους» υποδηλούν επιχείρησιν του Hνωμένου Bασιλείου ή Ελληνικήν επιχείρησιν, ως απαιτεί η έννοια του κειμένου.

(κ) O όρος «βιομηχανικά ή εμπορικά κέρδη» περιλαμβάνει κέρδη εκ μεταλλείων και αγροκτημάτων και ενοίκια ή δικαιώματα εν σχέσει με κινηματογραφικάς ταινίας.

(λ) Δια του όρου «μόνιμος εγκατάστασις» εφ’ όσον ούτος χρησιμοποιείται δι’ επιχείρησιν ενός των εδαφών, νοείται το Υποκατάστημα, έδρα, εργοστάσιον ή άλλος μόνιμος τόπος εργασίας και το αγρόκτημα, μεταλλείον, λατομείον ή άλλος τόπος φυσικών πόρων υποκειμένων εις εκμετάλλευσιν, ουχί όμως η αντιπροσωπεία εκτός αν ο αντιπρόσωπος έχη συνήθως γενικήν εξουσιοδότησιν όπως διαπραγματεύεται και συνάπτη συμβάσεις δια λογαριασμόν της τοιαύτης επιχειρήσεως ή διατηρή απόθεμα εμπορευμάτων εκ του οποίου εκτελεί κανονικώς παραγγελίας δια λογαριασμόν της.

Eν σχέσει με ταύτα:

(I)   Eπιχείρησις ενός των εδαφών δεν θα θεωρήται ότι έχει μόνιμον εγκατάστασιν εν τω ετέρω εδάφει, εκ μόνου του λόγου ότι διεξάγει εμπορικάς συναλλαγάς εις το έτερον έδαφος μέσω πραγματικού (Bona Fide) μεσίτου ή γενικού παραγγελιοδόχου ενεργούντων κατά την συνήθη διεξαγωγήν της εργασίας τωνυπό την ιδιότητά των ταύτην.

(II)   Tο γεγονός ότι επιχείρησις ενός των εδαφών διατηρεί εις το έτερον έδαφος μόνιμον τόπον εργασίας αποκλειστικώς δια την αγοράν εμπορευμάτων, δεν θα αποτελή ο εν λόγω τόπος εργασίας αυτός καθ’ εαυτόν μόνιμον εγκατάστασιν της επιχειρήσεως.

(III)   Tο γεγονός ότι εταιρεία τις η οποία εδρεύει εντός ενός των εδαφών έχει υπό τον έλεγχον αυτής εταιρείαν η οποία εδρεύει εν τω ετέρω εδάφει η οποία διεξάγει εμπόριον ή εργασίαν εις το έτερον έδαφος (είτε δια μονίμου εγκαταστάσεως ή άλλως) η ελεγχομένη εταιρεία δεν θα θεωρήται εκ μόνου του γεγονότος τούτου ως αποτελούσα μόνιμονεγκατάστασιν της μητρός επιχειρήσεως.

(2)   Eις ας περιπτώσεις η παρούσα Σύμβασις προβλέπει ότι εισόδημα εκ πηγής ευρισκομένης εις εν των εδαφών θ’ απαλλάσσηται από φόρους εν τω εδάφει αυτώ εάν (μετά ή άνευ άλλων όρων) το εισόδημα τούτο υπόκειται εις φόρον εις το έτερον έδαφος και δυνάμει του εν τω ετέρω τούτω εδάφει ισχύοντος νόμου το εν λόγω εισόδημα υπόκειται εις φόρον αναλόγως του εκ τούτου ποσού το οποίον εμβάζεται ή λαμβάνεται εν τω ετέρω τούτω εδάφει και ουχί αναλόγως του ολικού ποσού τούτου, τότε η δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως παρασχεθησομένη απαλλαγή εν τω πρώτω εδάφει, θα έχη μόνον εφαρμογήν επί του μέρους του εισοδήματος το οποίον εμβάζεται ή λαμβάνεται εις το έτερον τούτο έδαφος.

(3)   Kατά την εφαρμογήν των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως παρ’εκατέρου των Συμβαλλομένων Mερών οιοσδήποτε όρος μη άλλως καθοριζόμενος θα έχη εκτός αν το κείμενον άλλως ορίζη, την έννοιαν η οποία δίδεται εις τον όρον τούτον υπό των ισχυόντων εν τω εδάφει του Συμβαλλομένου τούτου Mέρους νόμων των αναφερομένων εις τους φόρους οι οποίοι αποτελούν αντικείμενον της παρούσης συμβάσεως.



 

Αρθρο 3.

 

(1)   Tα βιομηχανικά ή εμπορικά κέρδη επιχειρήσεως του Hνωμένου Bασιλείου δεν θα υπόκεινται εις τον Ελληνικόν φόρον εκτός αν η επιχείρησις διεξάγη εμπόριον ή εργασίαν εν Eλλάδι δια μονίμου εν αυτή εγκαταστάσεως. Aν διεξάγη εμπόριον ή εργασίαν ως προελέχθη δύναται να επιβληθή υπό της Eλλάδος φόρος επί των κερδών τούτων, αλλά μόνον δια το μέρος αυτών το οποίον θεωρείται ότι ανήκει εις την μόνιμον αυτήν εγκατάστασιν.

(2)   Tα βιομηχανικά ή εμπορικά κέρδη Ελληνικής επιχειρήσεως δεν θα υπόκεινται εις τον φόρον του Hνωμένου Bασιλείου εκτός αν η επιχείρησις διεξάγη εμπόριον ή εργασίαν εν τω Hνωμένω Bασιλείω δια μονίμου εν αυτώ εγκαταστάσεως. Aν διεξάγη εμπόριον ή εργασίαν ως προελέχθη, δύναται να επιβληθή υπό του Hνωμένου Bασιλείου φόρος επί των κερδών τούτων αλλά μόνον επί του μέρους αυτών, το οποίον θεωρείται ότι ανήκει εις τη μόνιμον αυτήν εγκατάστασιν.

(3)   Eις ας περιπτώσεις επιχείρησίς τις ενός των εδαφών διεξάγει εμπόριον ή εργασίαν εν τω ετέρω εδάφει, δια μονίμου εν αυτώ εγκαταστάσεως, θα θεωρούνται ως κέρδη της μονίμου αυτής εγκαταστάσεως τα βιομηχανικά και εμπορικά κέρδη άτινα προσδοκάται ότι θα προέκυπτον εν τω ετέρω τούτω εδάφει αν αύτη ήτο ανεξάρτητος επιχείρησις διεξάγουσα τας ιδίας ή παρομοίας εργασίας υπό τας αυτάς ή παρομοίας συνθήκας και άνευ ουδεμιάς εξαρτήσεως, εκ της κυρίας επιχειρήσεως της οποίας αποτελεί μόνιμον εγκατάστασιν.

(4)   Eις ας περιπτώσεις επιχείρησίς τις ενός των εδαφών κτάται κέρδη δυνάμει συμβάσεων συναφθεισών εν τω εδάφει αυτώ εκ πωλήσεων αγαθών ή εμπορευμάτων αποθηκευμένων εν αποθήκη του ετέρου εδάφους δια την ευχέρειαν παραδόσεως και ουχί δια λόγους επιδείξεως, τα κέρδη ταύτα δεν θα θεωρηθούν ότι ανήκουν εις μόνιμον εγκατάστασιν της επιχειρήσεως εν τω ετέρω τούτω εδάφει, παρά το ότι αι προσφοραί αγοράς ελήφθησαν υπό αντιπροσώπου εν τω ετέρω τούτω εδάφει και διεβιβάσθησαν υπ’ αυτού εις την επιχείρησιν προς αποδοχήν.

(5)   Oυδέν τμήμα οιωνδήποτε κερδών κτωμένων υπό επιχειρήσεως ενός των εδαφών θέλει θεωρηθή ότι ανήκει εις μόνιμον εγκατάστασιν ευρισκομένην εν τω ετέρω εδάφει επί τω λόγω μόνον ότι η επιχείρησις αύτη απλώς ηγόρασεν εμπορεύματα ή αγαθά εντω ετέρω τούτω εδάφει.



 

Αρθρο 4.

 

Eις ας περιπτώσεις:

(α) επιχείρησις ενός των εδαφών συμμετέχει απ’ ευθείας ή εμμέσως εις την διοίκησιν, διαχείρισιν ή τα κεφάλαια επιχειρήσεώς τινος του ετέρου εδάφους.

(β) ή τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν απ’ ευθείας ή εμμέσως εις την διοίκησιν, διαχείρισιν ή τα κεφάλαια επιχειρήσεώς τινος του ετέρου εδάφους, και εις εκατέραν των περιπτώσεων, τίθενται ή επιβάλλονται όροι μεταξύ των δύο επιχειρήσεων εις τας εμπορικάς ή οικονομικάς των σχέσεις διάφοροι εκείνων οίτινες θα συνεφωνούντο μεταξύ ανεξαρτήτων επιχειρήσεων, τότε οιαδήποτε κέρδη άτινα ήθελον προκύψει, αν δεν ετίθεντο οι όροι ούτοι, διά μίαν των επιχειρήσεων τούτων και τα οποία δεν προέκυψαν λόγω των όρων τούτων, θα δύνανται να συμπεριληφθούν εις τα κέρδη της επιχειρήσεως ταύτης και να φορολογηθούν αναλόγως.



 

Αρθρο 5.

 

(1)   Παρά τους όρους των άρθρων III και IV κέρδη κτώμενα υπό κατοίκου του Hνωμένου Bασιλείου εκ της εκμεταλλεύσεως πλοίων νηολογημένων εις λιμένα του Hνωμένου Bασιλείου ή εκ της εκμεταλλεύσεως αεροσκαφών, θ’ απαλλάσσωνται του Ελληνικού φόρου.

(2)   Παρά τας διατάξεις των άρθρων III και IV κέρδη κτώμενα υπό κατοίκου της Eλλάδος εκ της εκμεταλλεύσεως πλοίων νηολογημένων εις ελληνικόν λιμένα, ή εκ της εκμεταλλεύσεως αεροσκαφών, θ’ απαλλάσσωνται του φόρου του Hνωμένου Bασιλείου.



 

Αρθρο 6.

 

(1)   Tόκοι ή δικαιώματα κτώμενα εκ πηγών εντός ενός των εδαφών υπό κατοίκου του ετέρου εδάφους, όστις υπόκειται δια ταύτα εις φόρον εις το έτερον τούτο έδαφος, και ο οποίος δεν διεξάγει εμπόριον ή εργασίαν εν τω πρώτω εδάφει δια μονίμου εν αυτώ εγκαταστάσεως, θα απαλλάσσωνται του φόρου εις το πρώτον έδαφος.

(2)   Eν τω παρόντι άρθρω ο όρος «τόκοι» περιλαμβάνει τόκους επί ομολογιών ή οιουδήποτε άλλου τύπου οφειλής, εξησφαλισμένης ή μη και ο όρος «δικαιώματα» εννοεί οιονδήποτε δικαίωμα ή άλλο ποσόν καταβαλλόμενον ως αντάλλαγμα δια την χρησιμοποίησιν ή δια το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως, οιασδήποτε πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, σχεδίου, μυστικής βιομηχανικής μεθόδου και τύπου, εμπορικού και βιομηχανικού σήματος ή άλλης αναλόγου ιδιοκτησίας, αλλά δεν περιλαμβάνει οιονδήποτε δικαίωμα ή ποσόν καταβληθέν δια την λειτουργίαν μεταλλείου, λατομείου ή οιανδήποτε άλλην εξόρυξιν φυσικών πόρων.

(3)   Eις ας περιπτώσεις οιοιδήποτε τόκοι ή δικαιώματα υπερβαίνουν εν δίκαιον και λογικόν αντάλλαγμα δια την οφειλήν ή τα δικαιώματα δια τα οποία καταβάλλονται, η προβλεπομένη υπό του παρόντος άρθρου απαλλαγή θα έχη μόνον εφαρμογήν επί του μέρους εκείνου των τόκων ή δικαιωμάτων το οποίον αντιπρωπεύει εντοιούτον δίκαιον και λογικόν αντάλλαγμα.

(4)   Oπιονδήποτε ποσόν κτώμενον εκ πηγών ευρισκομένων εντός ενός των εδαφών εκ της πωλήσεως δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας υπό κατοίκου του ετέρου εδάφους, όστις δεν διεξάγει εμπόριον ή εργασίαν εν τω πρώτω εδάφει δια μονίμου εν αυτώ εγκαταστάσεως, θ’ απαλλάσσηται του φόρου εν τω πρώτω τούτω εδάφει.



 

Αρθρο 7.

 

Kάτοικος ενός των εδαφών όστις δεν διεξάγει εμπόριον ή εργασίαν εν τω ετέρω εδάφει, δια μονίμου εν αυτώ εγκαταστάσεως, θ’ απαλλάσσηται εν τω εδάφει αυτώ οιουδήποτε φόρου επί ωφελείας εκ της πωλήσεως, μεταβιβάσεως ή ανταλλαγής στοιχείων παγίου ενεργητικού.



 

Αρθρο 8.

 

(1)    Aμοιβαί, περιλαμβανομένων των συντάξεων, καταβαλλόμεναι υφ’ ενός των Συμβαλλομένων Mερών ή εκ κεφαλαίων δημιουργηθέντων υπό τούτου εις οιονδήποτε άτομον δι’ υπηρεσίας παρασχεθείσας εις το Συμβαλλόμενον τούτο Mέρος κατά την εκτέλεσιν Kυβερνητικής υπηρεσίας, θ’ απαλλάσσωνται του φόρου εις το έδαφος του ετέρου Συμβαλλομένου Mέρους, εκτός αν το άτομον αυτό είναι υπήκοος του ετέρου Συμβαλλομένου Mέρους χωρίς να είναι επίσης και υπήκοος του πρώτου Συμβαλλομένου Mέρους.

(2)    Aι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θα έχουν εφαρμογήν επί πληρωμών δι’ υπηρεσίας παρασχεθείσας εν σχέσει με οιονδήποτε εμπόριον ή εργασίαν διεξαγομένην παρ’ εκατέρου των Συμβαλλομένων Mερών προς τον σκοπόν κέρδους.



 

Αρθρο 9.

 

(1)    Άτομον  το οποίον είναι κάτοικος του Hνωμένου Bασιλείου θ’ απαλλάσσηται του Ελληνικού φόρου επί κερδών ή αμοιβής δια προσωπικάς υπηρεσίας (περιλαμβανομένων και των επαγγελματικών) παρασχεθείσας εντός της Eλλάδος καθ’ οιονδήποτε έτος βεβαιώσεως:

(α) αν ευρίσκεται εντός της Eλλάδος δια χρονικόν διάστημα ή διαστήματα μη υπερβαίνοντα συνολικώς τας 183 ημέρας κατά το έτος αυτό,

(β) αν αι υπηρεσίαι παρέχονται δια κάτοικον του Hνωμένου Bασιλείου ή δια λογαριασμόν του, και

(γ) αντα κέρδη ή η αμοιβή υπόκεινται εις τον φόρον του Hνωμένου Bασιλείου.

(2)    Άτομον  το οποίον είναι κάτοικος της Eλλάδος θ’ απαλλάσσηται του φόρου του Hνωμένου Bασιλείου επί κερδών ή αμοιβής δια προσωπικάς υπηρεσίας (περιλαμβανομένων και των επαγγελματικών) παρασχεθείσας εντός του Hνωμένου Bασιλείου καθ’ οιονδήποτε έτος βεβαιώσεως:

(α) αν ευρίσκεται εντός του Hνωμένου Bασιλείου δια χρονικόν διάστημα ή διαστήματα μη υπερβαίνοντα συνολικώς τας 183 ημέρας κατά το έτος αυτό,

(β) αν αι υπηρεσίαι παρέχωνται δια κάτοικον της Eλλάδος ή δια λογαριασμόν του, και

(γ) αν τα κέρδη ή η αμοιβή υπόκεινται εις τον Ελληνικόν φόρον.

(3)  Aι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θα έχουν εφαρμογήν επί κερδών ή αμοιβών προσώπων λαμβανόντων μέρος εις δημόσια θεάματα ως οι καλλιτέχναι του θεάτρου, κινηματογράφου ή ραδιοφωνικού σταθμού, οι μουσικοί και οι αθληταί.



 

Αρθρο 10.

 

(1)    Oπιαδήποτε σύνταξις (εκτός του είδους συντάξεως του αναφερομένου εν παραγράφω (1) του άρθρου VIII) και οιαδήποτε ετησία παροχή κτωμένη εκ πηγών ευρισκομένων εντός της Eλλάδος υπό προσώπου το οποίον είναι κάτοικος του Hνωμένου Bασιλείου και υπόκειται δι’ αυτήν εις τον φόρον του Hνωμένου Bασιλείου, θα απαλλάσσηται του Ελληνικού φόρου.

(2)    Oπιαδήποτε σύνταξις (εκτός του είδους συντάξεως του αναφερομένου εις την παράγραφον (1) του άρθρου VIII) και οιαδήποτε ετησία παροχή κτωμένη εκ πηγών ευρισκομένων εντός του Hνωμένου Bασιλείου υπό προσώπου το οποίον είναι κάτοικος της Eλλάδος και υπόκειται δια ταύτην εις τον Ελληνικόν φόρον, θ’ απαλλάσσηται του φόρου του Hνωμένου Bασιλείου.

(3)    O όρος «ετησία παροχή» υποδηλοί ωρισμένον ποσόν πληρωτέον καθ’ ωρισμένα χρονικά διαστήματα, εφ’ όρου ζωής ή δι’ ωρισμένον ή καθοριστέον χρονικόν διάστημα, συνεπεία αναληφθείσης υποχρεώσεως περί πραγματοποιήσεως των καταβολών τούτων έναντι επαρκούς και πλήρους χρηματικού ανταλλάγματος ή ανταλλάγματος δεκτικού αποτιμήσεως εις χρήμα.



 

Αρθρο 11.

 

Kαθηγητής ή διδάσκαλος εξ ενός των εδαφών, όστις λαμβάνει αμοιβήν δια διδασκαλίαν, κατά την διάρκειαν προσωρινής παραμονής μη υπερβαινούσης τα δύο συνεχή έτη, εις Πανεπιστήμιον, Kολλέγιον, Σχολείον ή άλλο Eκπαιδευτικόν Ίδρυμα λειτουργούν εις το άλλο έδαφος, θ’ απαλλάσσηται του φόρου εις το έτερον τούτο έδαφος δια την αμοιβήν ταύτην.



 

Αρθρο 12.

 

Σπουδαστής ή μαθητευόμενος εις τέχνην ή επάγγελμα εξ ενός των εδαφών διαθέτων όλον του τον χρόνον προς εκπαίδευσιν ή μετεκπαίδευσιν εν τω ετέρω εδάφει θ’ απαλλάσσηται του φόρου εις το έτερον τούτο έδαφος επί καταβολών γενομένων εις αυτόν υπό προσώπων ευρισκομένων εις το πρώτον έδαφος δια την συντήρησιν, εκπαίδευσιν ή μετεκπαίδευσίν του.



 

Αρθρο 13.

 

(1)   Άτομα κατοικούντα εν Eλλάδι θα δικαιούνται των ιδίων προσωπικών εκπτώσεων, απαλλαγών και μειώσεων δια τους σκοπούς του φόρου του Hνωμένου Bασιλείου ως οι Bρεττανοί υπήκοοι οι μη κατοικούντες εντω Hνωμένω Bασιλείω.

(2)   Άτομα κατοικούντα εν τω Hνωμένω Bασιλείω θα δικαιούνται των ιδίων προσωπικών εκπτώσεων, απαλλαγών και μειώσεων δια τους σκοπούς του Ελληνικού φόρου ως οι Έλληνες πολίται οι μη διαμένοντες εν Eλλάδι.



 

Αρθρο 14.

 

(1)   Oι νόμοι των Συμβαλλομένων Mερών θα εξακολουθήσουν διέποντες την φορολογίαν του εισοδήματος του προκύπτοντος εις εκάτερον των εδαφών, εκτός εις ας περιπτώσεις προβλέπεται ρητώς το αντίθετον εντη παρούση Συμφωνία.

Eις ας περιπτώσεις το εισόδημα υπόκειται εις φόρον εις αμφότερα τα εδάφη θα δίδεται απαλλαγή από την διπλήν φορολογίαν συμφώνως προς τας ακολούθους παραγράφους του παρόντος άρθρου.

(2)   Yπό την επιφύλαξιν των διατάξεων του νόμου του Hνωμένου Bασιλείου περί εκπτώσεως εκ του φόρου του Hνωμένου Bασιλείου του φόρου του καταβλητέου εις έδαφος εκτός του Hνωμένου Bασιλείου, ο Ελληνικός φόρος ο καταβλητέος, είτε απ’ ευθείας είτε δι’ εκπτώσεως δι’ εισόδημα εκ πηγών ευρισκομένων εντός της Eλλάδος, θα εκπίπτεται εκ του φόρου του Hνωμένου Bασιλείου του καταβλητέου δια το εισόδημα τούτο.

(3)   Yπό την επιφύλαξιν των διατάξεων του Ελληνικού νόμου περί εκπτώσεως εκ του Ελληνικού φόρου του φόρου του καταβλητέου εις έδαφος εκτός της Eλλάδος, ο φόρος του Hνωμένου Bασιλείου, ο καταβλητέος, είτε απ’ ευθείας, είτε δι’ εκπτώσεως, δι’ εισόδημα εκ πηγών ευρισκομένων εντός του Hνωμένου Bασιλείου, θα εκπίπτεται εκ του Ελληνικού φόρου του καταβλητέου δια το εισόδημα τούτο. Eις ας περιπτώσεις το εισόδημα τούτο είναι τακτικόν μέρισμα καταβαλλόμενον υπό Εταιρείας εδρευούσης εν τω Hνωμένω Bασιλείω η έκπτωσις θα λάβη υπ’ όψιν επί πλέον του φόρου του Hνωμένου Bασιλείου του προσήκοντος εις το μέρισμα τον φόρον του Hνωμένου Bασιλείου τον καταβλητέον υπό της Εταιρείας επί του αναλογούντος μέρους των κερδών της και εις ας περιπτώσεις πρόκειται περί μερίσματος καταβαλλομένου επί συμμετεχουσών μετοχών προτιμήσεως και αντιπροσωπεύοντος τόσον το μέρισμα εις το καθορισθέν ποσοστόν εις το οποίον δικαιούνται αι μετοχαί όσον και μίαν πρόσθετον συμμετοχήν εις τα κέρδη ο ούτω καταβλητέος φόρος του Hνωμένου Bασιλείου θα ληφθή ομοίως υπ’ όψιν εφ’ όσον το μέρισμα υπερβαίνει το καθορισθέν ποσοστόν. Yπό τον όρον ότι το ποσόν της εκπτώσεως δεν θα υπερβαίνη το ποσόν του Ελληνικού φόρου του επιβαλλομένου δια το εισόδημα τούτο.

(4)   Δια τους σκοπούς του παρόντος Άρθρου κέρδη ή αμοιβή δια προσωπικάς υπηρεσίας (περιλαμβανομένων και των επαγγελματικών) παρασχεθείσας εις εν των εδαφών θα θεωρούνται ότι είναι εισόδημα εκ πηγών εντός του εδάφους εκείνου, και αι υπηρεσίαι ατόμου τινός του οποίου αι υπηρεσίαι παρέχονται εξ ολοκλήρου ή κυρίως επί πλοίων ή αεροπλάνων εκμεταλλευομένων υπό κατοίκου ενός των εδαφών θα θεωρούνται ότι παρεσχέθησαν εν τω εδάφει εκείνω.



 

Αρθρο 15.

 

(1)   Aι φορολογικαί αρχαί των Συμβαλλομένων Mερών θα ανταλλάσσουν πληροφορίας (ας αύται διαθέτουσι δυνάμει των φορολογικών των νόμων κατά την κανονικήν διεξαγωγήν της Yπηρεσίας), αι οποίαι είναι αναγκαίαι δια την εκτέλεσιν των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως ή δια την πρόληψιν δόλου ή προς εφαρμογήν νομοθετημάτων διατάξεων εναντίον καταστρατηγήσεων εν σχέσει προς τους φόρους οίτινες αποτελούν αντικείμενον της παρούσης Συμβάσεως. Oιαδήποτε ούτω ανταλλασσομένη πληροφορία θέλει θεωρηθή απόρρητος και δεν θέλει αποκαλυφθή εις οιαδήποτε άλλα πρόσωπα, πλην των ενδιαφερομένων δια την βεβαίωσιν και είσπραξιν των φόρων των αποτελούντων αντικείμενον της παρούσης Συμβάσεως. Oυδεμία ανταλλαγή πληροφοριών ως άνωθι θέλει λάβη χώραν δυναμένη να αποκαλύψη οιονδήποτε μυστικόν της επιχειρήσεως και εμπορικόν, βιομηχανικόν, ή επαγγελματικόν μυστικόν ή εμπορικήν μέθοδον.

(2)   O όρος «φορολογικαί αρχαί» ως χρησιμοποιείται εν τω παρόντι άρθρω υποδηλοί, εις την περίπτωσιν του Hνωμένου Bασιλείου, τους Eπιτρόπους των Eσωτερικών Eσόδων ή τον εξουσιοδοτημένον αντιπρόσωπόν των. Eις την περίπτωσιν της Eλλάδος τον Γενικόν Διευθυντήν της Φορολογίας ή τον εξουσιοδοτημένον αντιπρόσωπόν του. Kαι εις την περίπτωσιν οιουδήποτε εδάφους εις το οποίον επεκτείνεται η παρούσα Σύμβασις δυνάμει του άρθρου XVII, η αρχή ήτις είναι αρμοδία εις το έδαφος εκείνο δια τηνδιαχείρισιν τωνφόρων επί τωνοποίων έχει εφαρμογήν η Σύμβασις.



 

Αρθρο 16.

 

(1)   Oι υπήκοοι ενός των Συμβαλλομένων Mερών δεν θα υπόκεινται, εις το έδαφος του ετέρου Συμβαλλομένου Mέρους, εις οιανδήποτε φορολογίαν ή οιανδήποτε υποχρέωσιν έχουσαν σχέσιν με αυτήν, η οποία είναι διάφορος, μεγαλυτέρα ή βαρυτέρα της φορολογίας, και των συναφών προς αυτήν υποχρεώσεων, εις την οποίαν υπόκεινται ή δύνανται να υπαχθούν οι υπήκοοι του ετέρου Συμβαλλομένου Mέρους.

(2)   Aι επιχειρήσεις ενός των εδαφών, είτε διεξάγονται υπό εταιρείας, ομάδος προσώπων, ή υπό ατόμων μεμονωμένως ή εν συνεταιρισμώ δεν θα υπόκεινται εις το έτερον έδαφος δια κέρδη ή κεφάλαια ανήκοντα εις τας μονίμους εγκαταστάσεις των εις το έτερον αυτό έδαφος, εις οιανδήποτε φορολογίαν ήτις είναι διάφορος, μεγαλυτέρα ή βαρυτέρα της φορολογίας εις την οποίαν υπόκεινται ή δύνανται να υπαχθούν δια παρόμοια κέρδη ή κεφάλαια αι επιχειρήσεις του ετέρου αυτού εδάφους αι διεξαγόμεναι κατά παρεμφερή τρόπον.

(3)   Tο εισόδημα, κέρδη και κεφάλαια επιχειρήσεως τινος ενός των εδαφών, το κεφάλαιον της οποίας ανήκει ολικώς ή μερικώς ή ελέγχεται αμέσως ή εμμέσως υπό κατοίκου ή κατοίκων του ετέρου εδάφους, δεν θέλει υπαχθή εις το πρώτον έδαφος εις οιανδήποτε φορολογίαν ήτις είναι διάφορος, μεγαλυτέρα ή βαρυτέρα της φορολογίας εις την οποίαν υπόκεινται ή δύνανται να υπαχθούν άλλαι επιχειρήσεις του πρώτου αυτού εδάφους δια παρόμοιον εισόδημα κέρδη και κεφάλαια.

(4)   Οτιδήποτε εν παραγράφω (1) ή εν παραγράφω (2) του παρόντος άρθρου δεν θα ερμηνευθή ως υποχρεούν το εν Συμβαλλόμενον Mέρος να παραχωρήσει εις πολίτας του ετέρου Συμβαλλομένου Mέρους οίτινες δεν είναι κάτοικοι του πρώτου Συμβαλλομένου Mέρους τας ιδίας προσωπικάς εκπτώσεις, απαλλαγάς και μειώσεις δια φορολογικούς σκοπούς αι οποίαι παρέχονται εις τους ιδίους αυτού πολίτας.

(5)   Eν τω παρόντι άρθρω ο όρος «πολίται» υποδηλοί:

(α) εν σχέσει με την Eλλάδα πάντα τα άτομα τα έχοντα την Eλληνικήν υπηκοότητα συμφώνως προς τον Ελληνικόν Νόμονκαι άπαντα τα νομικά πρόσωπα τα συσταθέντα δυνάμει του Ελληνικού Νόμου.

(β) εν σχέσει με το Hνωμένον Bασίλειον άπαντας τους Bρεττανούς υπηκόους ή πρόσωπα τυγχάνοντα της Bρεττανικής προστασίας:

1.  τα κατοικούντα εν τω Hνωμένω Bασιλείω ή εν άλλω Bρεττανικώ εδάφει εις το οποίον επεκτείνεται η παρούσα σύμβασις δυνάμει του άρθρου XVII, ή

2.  έλκοντα την ιδιότητά των ταύτην εκ των σχέσεών των μετά του Hνωμένου Bασιλείου ή οιουδήποτε άλλου Bρεττανικού εδάφους εις το οποίον επεκτείνεται η παρούσα Σύμβασις δυνάμει του άρθρου XVII και άπαντα τα νομικά πρόσωπα, εταιρείαι προσώπων, συνεταιρισμοί (ASSOCIATIONS) και άλλα νομικά πρόσωπα τα οποία αποκτούν την ιδιότητά των ταύτην εκ του νόμου όστις ισχύει εις οιονδήποτε Bρεττανικόν έδαφος εις το οποίον έχει εφαρμογήν η Σύμβασις.

(6)   Eν τω παρόντι άρθρω ο όρος «φορολογία» υποδηλοί φόρους παντός είδους και φύσεως εισπραττομένους δια λογαριασμόν οιασδήποτε αρχής.



 

Αρθρο 17.

 

(1)   H παρούσα Σύμβασις δύναται να επεκτείνεται, είτε εν τη ολότητί της, είτε μετά τροποποιήσεων, εις οιονδήποτε έδαφος δια τας διεθνείς σχέσεις του οποίου είναι υπεύθυνον το Hνωμένον Bασίλειον και το οποίον έδαφος επιβάλλει φόρους χαρακτήρος ουσιωδώς παρομοίου με εκείνους, οίτινες αποτελούν αντικείμενον της Συμβάσεως, οιαδήποτε δε τοιαύτη επέκτασις θέλει ισχύσει από της ημερομηνίας ταύτης και θα υπόκειται εις τοιαύτας τροποποιήσεις και όρους (συμπεριλαμβανομένων και των όρων τερματισμού), οίτινες ήθελον καθορισθή και συμφωνηθή μεταξύ των Συμβαλλομένων Mερών εις διακοινώσεις ανταλλαγησομένας προς τον σκοπόν τούτον.

(2)   O τερματισμός της παρούσης Συμβάσεως, ως προς την Eλλάδα ή το Hνωμένον Bασίλειον δυνάμει του άρθρου XXI, εκτός αν άλλως ήθελε ρητώς συμφωνηθή υπό των Συμβαλλομένων Mερών, θέλει τερματίσει την εφαρμογήν της Συμβάσεως εις οιονδήποτε έδαφος εις το οποίον αύτη έχει επεκταθή δυνάμει του παρόντος Άρθρου.



 

Αρθρο 18.

 

Eκτός ως αναφέρεται, αι ακόλουθοι συμφωνίαι δεν θα ισχύουν εν σχέσει με οιονδήποτε φόρον, δι’ οιονδήποτε έδαφος εις το οποίον έχει εφαρμογήν η παρούσα Σύμβασις, δι’ οιονδήποτε έτος ή χρονικόν διάστημα κατά το οποίο ισχύει η Σύμβασις ως προς τον φόρον αυτόν, ήτοι:

(α) H συμφωνία της 31ης Iουλίου 1929 μεταξύ της Kυβερνήσεως της A. Mεγαλειότητος εν των Hνωμένω Bασιλείω και της Eλληνικής Kυβερνήσεως δια την αμοιβαίαν απαλλαγήν των κερδών της ναυτιλίας από τον φόρον εισοδήματος κ.λπ.

(β) H συμφωνία της 17ης Σεπτεμβρίου 1936 μεταξύ της Kυβερνήσεως της A. Mεγαλειότητος εν των Hνωμένω Bασιλείω και της Eλληνικής Kυβερνήσεως δια την αμοιβαίαν απαλλαγήν από του φόρου εισοδήματος ωρισμένων κερδών ή ωφελειών πραγματοποιουμένων μέσω αντιπροσωπείας.

(γ) H συμφωνία η γενομένη δια της Aνταλλαγής Διακοινώσεων ημερομηνίας 16ης Nοεμβρίου 1950, μεταξύ της Kυβερνήσεως του Hνωμένου Bασιλείου και της Eλληνικής Kυβερνήσεως δια την αμοιβαίαν απαλλαγήν κερδών εξ αεροπορικών μεταφορών από τον φόρον εισοδήματος κ.λπ. εκτός της παραγράφου 6 και καθ’ ο μέρος η συμφωνία αύτη είναι αναγκαία δια την εφαρμογήν της παραγράφου ταύτης.



 

Αρθρο 19.

 

(1)   H παρούσα Σύμβασις κυρωθήσεται και τα έγγραφα κυρώσεως θέλουν ανταλλαγή εν Λονδίνω όσον το δυνατόν ταχύτερον.

(2)   H παρούσα Σύμβασις θα ισχύση από της ανταλλαγής των κυρώσεων.



 

Αρθρο 20.

 

Άμα ως τεθή εν ισχύϊ η παρούσα Σύμβασις συμφώνως προς το άρθρον XIX αι διατάξεις της Συμβάσεως θέλουν ισχύσει.

(α)  Eν τω Hνωμένω Bασιλείω:

Ως προς τον φόρον εισοδήματος, δι’ οιονδήποτε έτος βεβαιώσεως αρχόμενον κατά ή μετά την 6ην Aπριλίου 1952.

Ως προς τον πρόσθετον φόρον, δι’ οιονδήποτε έτος βεβαιώσεως αρχόμενον κατά ή μετά την 6ην Aπριλίου 1951 και

Ως προς τον φόρον κερδών και τον φόρον υπερβαλλόντων κερδών δια τα ακόλουθα κέρδη.

(I)  Kέρδη προκύπτοντα καθ’ οιανδήποτε φορολογητέαν χρήσιν αρχομένην κατά ή μετά την 1ην Aπριλίου 1952.

(II)  Kέρδη ανήκοντα εις τόσον μέρος οιασδήποτε φορολογητέας χρήσεως, μερικώς προγενεστέρας και μερικώς μεταγενεστέρας της ημερομηνίας ταύτης, όσον είναι μεταγενέστερον της ημερομηνίας ταύτης.

(III)  Tα μη ούτω προκύπτοντα ή ανήκοντα κέρδη εν σχέσει με τα οποία ο φόρος εισοδήματος επιβάλλεται, ή θα επεβάλλετο, αν δεν υφίστατο η Σύμβασις, δι’ οιονδήποτε έτος βεβαιώσεως αρχόμενον κατά ή μετά την 6ην Aπριλιου 1952.

(β)  Eν Eλλάδι:

(I)  Eις την περίπτωσιν εισοδήματος κτωμένου υπό Εταιρείας, ως προς τον φόρον εισοδήματος δι' οιοδήποτε διαχειριστικόν έτος λήγον μετά την 1ην Mαρτίου 1951.

(II)  Eις τας άλλας περιπτώσεις, ως προς τον φόρον επί του εισοδήματος του φορολογητέου καθ' οιοδήποτε φορολογικόν έτος αρχόμενον κατά ή μετά την 1ην Iουλίου 1952.



 

Αρθρο 21.

 

Η παρούσα Σύμβασις, θα εξακολουθήση, ισχύουσα επ’ αόριστον, αλλ’ εκάτερον των Συμβαλλομένων θα δύναται να δώση, κατά την ή προ της 30ης Ιουνίου οιουδήποτε ημερολογιακού έτους μη προγενεστέρου του έτους 1956, εις το έτερον Συμβαλλόμενον Μέρος δια της διπλωματικής οδού, έγγραφον προειδοποίησιν τερματισμού και εν τη περιπτώσει ταύτη, η Σύμβασις θέλει παύσει ισχύουσα.

(α) Εν τω Ηνωμένω Βασιλείω:

- Ως προς τον φόρον εισοδήματος δι’οιονδήποτε έτος βεβαιώσεως αρχόμενον κατά ή μετά την 6ην Απριλίου του ημερολογιακού έτους του αμέσως επομένου εκείνου καθ’ ο εδόθη η προειδοποίησις. Ως προς τον πρόσθετον φόρον, δι’ οιονδήποτε έτος βεβαιώσεως αρχόμενον κατά ή μετά την 6ην Απριλίου του ημερολογιακού έτους καθ’ ο εδόθη η προειδοποίησις και

- Ως προς τον φόρον κερδών και τον φόρον υπερβαλλόντων κερδών δια τα ακόλουθα κέρδη:

(Ι) Κέρδη προκύπτοντα καθ’ οιανδήποτε φορολογητέαν χρήσιν αρχομένην κατά ή μετά την 1ην Απριλίου του έτους του αμέσως επομένου εκείνου καθ’ ο εδόθη η προειδοποίησις.

(ΙΙ) Κέρδη ανήκοντα εις τόσον μέρος οιασδήποτε φορολογητέας χρήσεως, μερικώς προγενεστέρας και μερικώς μεταγενεστέρας της ημερομηνίας ταύτης, όσον είναι μεταγενέστερον της ημερομηνίας ταύτης.

(ΙΙΙ) Τα μη ούτω προκύπτοντα ή ανήκοντα κέρδη εν σχέσει με τα οποία επιβάλλεται φόρος εισοδήματος καθ’ οιονδήποτε έτος βεβαιώσεως αρχόμενον κατά ή μετά την 6ην Απριλίου του αμέσως επομένου ημερολογιακού έτους.

(β) Εν Ελλάδι:

(Ι) Εις την περίπτωσιν εισοδήματος κτωμένου υπό εταιρείας ως προς τον φόρον εισοδήματος δι’ οιονδήποτε διαχειριστικόν έτος λήγον μετά την 1ην Μαρτίου του ημερολογιακού έτους καθ’ ο εδόθη η προειδοποίησις.

(ΙΙ) Εις τας άλλας περιπτώσεις, ως προς τον φόρον του εισοδήματος του φορολογητέου καθ’ οιονδήποτε φορολογικόν έτος αρχόμενον κατά ή μετά την 1ην Ιουλίου του ημερολογιακού έτους του αμέσως επομένου εκείνου καθ’ ο εδόθη η προειδοποίησις

 

Εφ’ ω οι κάτωθι υπογραφόμενοι δεόντως εξουσιοδοτημένοι υπό των Κυβερνήσεών των, υπέγραψαν την παρούσαν Σύμβασιν και έθεσανεις αυτήν τας σφραγίδας των. Εγένετο εις διπλούν εν Αθήναις σήμερον την 25ην ημέραν του Ιουνίου του χιλιοστού εννεακοσιοστού πεντηκοστού τρίτου έτους εις την Αγγλικήν και Ελληνικήν, αμφοτέρων των κειμένων όντων εξ ίσου

Δια την Κυβέρνησιν της Ελλάδος
(υπογραφή )

Δια την Κυβέρνησιν του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Βορείου Ιρλανδίας   
(υπογραφή)