Back to top

Αρειος Πάγος 36 - 2011 - Κοινοπραξία, η οποία, με ιδιαίτερη επωνυμία ή με τα ονόματα όλων των μελών της, αναλαμβάνει, ως ανάδοχος...

ΘΕΜΑ: Κοινοπραξία, η οποία, με ιδιαίτερη επωνυμία ή με τα ονόματα όλων των μελών της, αναλαμβάνει, ως ανάδοχος, την εκτέλεση τεχνικού έργου, το οποίο, κατά τα ουσιώδη στοιχεία του, αποτελεί επιχείρηση χειροτεχνίας και επομένως αντικειμενικά εμπορική πράξη, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, έχει το χαρακτήρα ομόρρυθμης εταιρείας. Εάν όμως αυτή δεν υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 42 ΕΝ, για τις ομόρρυθμες εταιρείες, διατυπώσεις δημοσιότητας, λειτουργεί ως ομόρρυθμη εταιρία εν τοις πράγμασι, με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός αυτό, δηλαδή εφαρμόζεται το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρίας σε όλη του την έκταση, ως προς τη διαχείριση της εταιρίας, την ευθύνη των εταίρων, τη λύση και τις συνέπειες αυτής.

Ετσι, ισχύει η απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη των εταίρων και ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης, ο οποίος καθιερώνεται, επί ομόρρυθμης εταιρίας

Άρειος Πάγος 36/2011 - 10.1.2011

ΑΠ 36/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1` Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εδρευούσης στην.........................ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ................ νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα.
Της αναιρεσιβλήτου: της Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία .......................... πρώην ..................... που εδρεύει στη........................... και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στη Ελλάδα (Αθήνα), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Λίζα ΜΙΚΕΛΛΗ - ΓΑΛΛΗ, με δήλωση, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 2005 ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25719/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 917/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της, ως και το από 16 Αυγούστου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 1 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και αυτοί του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμο δεν επιτρέπει, όπως τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, οπότε πρέπει να προηγηθεί η έρευνα της ενστάσεως πλαστότητας. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν ο κανόνας αυτός του ουσιαστικού δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ.ΑΠ 36/1988). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για κήρυξη ή μη ακυρότητας, εκπτώσεως ή απαραδέκτου, ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου.
Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 741 Α. Κ., 20 ΕΝ και 2 του Β. Δ. της 2/14-5-1835 "Περί της αρμοδιότητας των Εμποροδικείων", συνάγεται ότι η κοινοπραξία, η οποία, με ιδιαίτερη επωνυμία ή με τα ονόματα όλων των μελών της, αναλαμβάνει, ως ανάδοχος, την εκτέλεση τεχνικού έργου, το οποίο, κατά τα ουσιώδη στοιχεία του, αποτελεί επιχείρηση χειροτεχνίας και επομένως αντικειμενικά εμπορική πράξη, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, έχει το χαρακτήρα ομόρρυθμης εταιρείας. Εάν όμως αυτή δεν υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 42 ΕΝ, για τις ομόρρυθμες εταιρείες, διατυπώσεις δημοσιότητας, λειτουργεί ως ομόρρυθμη εταιρία "εν τοις πράγμασι", με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός αυτό, δηλαδή εφαρμόζεται το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρίας σε όλη του την έκταση, ως προς τη διαχείριση της εταιρίας, την ευθύνη των εταίρων, τη λύση και τις συνέπειες αυτής.
Ετσι, ισχύει η απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη των εταίρων και ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης, ο οποίος καθιερώνεται, επί ομόρρυθμης εταιρίας, με τη διάταξη του άρθρου 22 ΕΝ. Κατ` αυτόν κάθε ομόρρυθμος εταίρος μπορεί μόνος του να δεσμεύει την εταιρία, ανεξάρτητα από τη σύμπραξη ή ακόμη και την εναντίωση των άλλων. Η νομοθετική αυτή ρύθμιση είναι ενδοτικού δικαίου και ως εκ τούτου επιτρέπεται στους ομόρρυθμους εταίρους να περιλάβουν στο καταστατικό ρυθμίσεις που παρεκκλίνουν από το νόμο. Ετσι, μπορούν να ορίσουν ότι η εκπροσώπηση της εταιρίας θα γίνεται από περισσότερους, ενεργούντες χωριστά ή από κοινού. Εφόσον όμως η ομόρρυθμη εταιρία δεν υποβληθεί στις διατυπώσεις της δημοσιότητας, τις σχετικές καταστατικές ρυθμίσεις που αποκλίνουν από τη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 22 ΕΝ, δεν μπορούν να επικαλεσθούν οι εταίροι έναντι των τρίτων και ως εκ τούτου έναντι αυτών ισχύει σε κάθε περίπτωση, ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης (άρ. 42 περ. 3 ΕΝ).
Περαιτέρω, επί αιτήσεως προς έκδοση διαταγής πληρωμής κατά κοινοπραξίας δεν είναι αναγκαίο να επισυναφθεί και το συμφωνητικό σύστασης της κοινοπραξίας για να προκύψει το πρόσωπο του οφειλέτη της απαιτήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως εις πράγματα αναγομένη, κρίση του, ότι μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της κοινοπραξίας με την επωνυμία ............................. κατασκευής του έργου του φράγματος Μεσοβουνίου, μέλος της οποίας ήταν και η αναιρεσείουσα, καταρτίσθηκαν οι αναφερόμενες συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, από το κλείσιμο των οποίων προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο, για το οποίο η ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε και εκδόθηκε η προσβληθείσα διαταγή πληρωμής (υπ` αρ. 23172/2005) του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν η κοινοπραξία και τα μέλη της, ο καθένας εις ολόκληρο, να καταβάλουν σε αυτή, το ποσό του καταλοίπου του κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού, νομιμοτόκως. Οτι η κοινοπραξία λειτούργησε ως ομόρρυθμη εταιρία "εν τοις πράγμασι".
Επομένως, ισχύει η απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη των εταίρων και ο κανόνας της εταιρικής εκπροσώπησης, κατά του οποίου δεν δύναται να αντιταχθεί καταστατική ρήτρα για την από κοινού εκπροσώπηση, αφού δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας, ώστε, ανεξαρτήτως του κύρους του (προσβληθέντος ως πλαστού) από 10-9-2002 συμφωνητικού, έναντι της αναιρεσίβλητης ίσχυε, σε κάθε περίπτωση, ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης και η αναληφθείσα έναντι αυτής υποχρέωση από τον εκπρόσωπο του ενός από τα μέλη της πιστωλήπτριας κοινοπραξίας, ως εκπρόσωπο της τελευταίας, δέσμευε την κοινοπραξία και παρήγε απεριόριστη και εις ολόκληρο ευθύνη των μελών της.
Τούτο δε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και άλλα έγγραφα, μεταξύ των οποίων την υπ' αρ. ......../27-9-2002 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, την υπ' αρ. .../1/23-8-2003 πρόσθετη αυτής πράξη, τους υπ` αριθμούς ............................. και ...... λογαριασμούς και την από 31-12-2004 έγγραφη αναγνώριση του προκύψαντος καταλοίπου.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη απηγορευμένο αποδεικτικό μέσο, δεν παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 741 ΑΚ, 22 ΕΝ και 2 του ΒΔ της 2/14-5-1835, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της αποφάσεως του προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφήρμοσε, ενώ περιέχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., του κυρίου δικογράφου, καθώς και οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 14 και 19 Κ.Πολ.Δ., αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμοι. Κατ` ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 183 και 173 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-10-2009 αίτηση και το από 16-8-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων της εταιρίας με την επωνυμία ....................., περί αναιρέσεως της υπ` αριθμό 917/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Year
Τύπος ΕΦΟ
Φορολογικά Θέματα